εντυπωσιάζω
•
- προκαλώ εντύπωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντυπωσιάζω < εντύπωση + -άζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εντυπωσιάζω | εντυπωσιάζεις | εντυπωσιάζει | εντυπωσιάζουμε | εντυπωσιάζετε | εντυπωσιάζουν / εντυπωσιάζουνε |
| Παρατατικός | εντυπωσίαζα | εντυπωσίαζες | εντυπωσίαζε | εντυπωσιάζαμε | εντυπωσιάζατε | εντυπωσίαζαν / εντυπωσιάζαν / εντυπωσιάζανε |
| Αόριστος | εντυπωσίασα | εντυπωσίασες | εντυπωσίασε | εντυπωσιάσαμε | εντυπωσιάσατε | εντυπωσίασαν / εντυπωσιάσαν / εντυπωσιάσανε |
| Μέλλοντας | θα εντυπωσιάζω / θα εντυπωσιάσω | θα εντυπωσιάζεις / θα εντυπωσιάσεις | θα εντυπωσιάζει / θα εντυπωσιάσει | θα εντυπωσιάζουμε / θα εντυπωσιάσουμε | θα εντυπωσιάζετε / θα εντυπωσιάσετε | θα εντυπωσιάζουν / θα εντυπωσιάζουνε / θα εντυπωσιάσουν / θα εντυπωσιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εντυπωσιάσει | έχεις εντυπωσιάσει | έχει εντυπωσιάσει | έχουμε εντυπωσιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εντυπωσιάσει | είχες εντυπωσιάσει | είχε εντυπωσιάσει | είχαμε εντυπωσιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εντυπωσιάσει / να εντυπωσιάζω / να εντυπωσιάσω | να έχεις εντυπωσιάσει / να εντυπωσιάζεις / να εντυπωσιάσεις | να έχει εντυπωσιάσει / να εντυπωσιάζει / να εντυπωσιάσει | να έχουμε εντυπωσιάσει / να εντυπωσιάζουμε / να εντυπωσιάσουμε | να εντυπωσιάζετε / να εντυπωσιάσετε | να εντυπωσιάζουν / να εντυπωσιάζουνε / να εντυπωσιάσουν / να εντυπωσιάσουνε |
| Προστακτική | — | εντυπωσίαζε / εντυπωσίασε | — | — | εντυπωσιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εντυπωσιάζομαιεντυπωσιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →