ενυδρείο
•
- δοχείο ή δεξαμενή με γυάλινα τοιχώματα, όπου διατηρούνται ψάρια και υδρόβιοι οργανισμοί Βικιλεξικό
- κτήριο ή ίδρυμα στο οποίο διατηρούνται ψάρια και υδρόβιοι οργανισμοί ώς εκθέματα ή για επιστημονική έρευνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενυδρείο < ένυδρ(ος) + -είο < (μεταφραστικό δάνειο) λατινική aquarium :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1897
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενυδρείο | ενυδρεία |
| Γενική | ενυδρείου | ενυδρείων |
| Αιτιατική | ενυδρείο | ενυδρεία |
| Κλητική | ενυδρείο | ενυδρεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →