Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενυπόστατος

/e.niˈpo.sta.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου υπάρχει, που έχει υπόσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενυπόστατος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐνυπόστατος. Μορφολογικά αναλύεται σε εν- + υπό- + στα- + -τος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενυπόστατοςενυπόστατηενυπόστατο
Γενικήενυπόστατουενυπόστατηςενυπόστατου
Αιτιατικήενυπόστατοενυπόστατηενυπόστατο
Κλητικήενυπόστατεενυπόστατηενυπόστατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενυπόστατοιενυπόστατεςενυπόστατα
Γενικήενυπόστατωνενυπόστατωνενυπόστατων
Αιτιατικήενυπόστατουςενυπόστατεςενυπόστατα
Κλητικήενυπόστατοιενυπόστατεςενυπόστατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →