Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενωσιακός

/e.no.si.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει σχέση με την ένωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου έχει σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • 10.10. Νομοτεχνικά θέματα — Μερικές διαφορές μεταξύ του ελληνικού και του ενωσιακού νομοτεχνικού συστήματος (Διοργανικό εγχειρίδιο σύνταξης κειμένων @europa.eu)
    • Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2019/1026 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2019, σχετικά με τις τεχνικές ρυθμίσεις για την ανάπτυξη, τη συντήρηση και τη χρησιμοποίηση των ηλεκτρονικών συστημάτων με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών και την αποθήκευση αυτών των πληροφοριών στο πλαίσιο του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. (eur-lex.europa.eu)
    • H διαδικασία αφορά την υπαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων σε καθεστώς Τελωνειακής Αποταμίευσης από τη στιγμή της υποβολής της διασάφησης έως την απελευθέρωση και τη μεταφορά των εμπορευμάτων στην αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης. (Υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, 09/04/2025 https://mitos.gov.gr/index.php/%CE%94%CE%94:%CE%A5%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE_%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%84%CF%8E%CF%82_%CF%84%CE%B5%CE%BB%CF%89%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82)

Ετυμολογία

ενωσιακός (νεολογισμός) < ἕνωσι(ς) + -ακός ή ένωσ(η) + -ιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενωσιακόςενωσιακήενωσιακό
Γενικήενωσιακούενωσιακήςενωσιακού
Αιτιατικήενωσιακόενωσιακήενωσιακό
Κλητικήενωσιακέενωσιακήενωσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενωσιακοίενωσιακέςενωσιακά
Γενικήενωσιακώνενωσιακώνενωσιακών
Αιτιατικήενωσιακούςενωσιακέςενωσιακά
Κλητικήενωσιακοίενωσιακέςενωσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →