ενόψει
•
- μπροστά, ενώπιον Βικιλεξικό
- μόλις εμφανιστεί, αμέσως Βικιλεξικό
- Όταν ένα γραμμάτιο πληρωτέο ενόψει οπισθογραφηθεί, πρέπει να πληρωθεί ο κάτοχός του εντός ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος.
- τις ίδιες σημασίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενόψει < ἐν + ὄψει
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →