Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενώπιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου είναι μπροστά, στην έκφραση Βικιλεξικό
    • ενώπιος ενωπίω: ο ένας μπροστά και απέναντι απ' τον άλλο

Ετυμολογία

ενώπιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνώπιος (μπροστινός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενώπιοςενωπία / ενώπιαενώπιο
Γενικήενωπίου / ενώπιουενωπίας / ενώπιαςενωπίου / ενώπιου
Αιτιατικήενώπιοενωπία / ενώπιαενώπιο
Κλητικήενώπιεενώπιαενώπιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενώπιοιενώπιεςενώπια
Γενικήενωπίων / ενώπιωνενωπίων / ενώπιωνενωπίων / ενώπιων
Αιτιατικήενωπίους / ενώπιουςενώπιεςενώπια
Κλητικήενώπιοιενώπιεςενώπια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →