εξ αίματος
•
- νομικός όροςαπό αίμα· που προκύπτει λόγω κοινής οικογενειακής καταγωγής Βικιλεξικό
- Αυτή κι η μητέρα της συνδέονται με συγγένεια εξ αίματος πρώτου βαθμού.
Ετυμολογία
εξ αίματος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐξ αἵματος < μεσαιωνική ελληνική ἐξ αἵματος < αρχαία ελληνική ἐξ αἵματος → δείτε τις λέξεις εκ και αίμα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →