εξ αγχιστείας
•
- λόγιοαπό αγχιστεία, που προκύπτει λόγω γάμου Βικιλεξικό
- Έχω δύο αδέλφια εξ αγχιστείας και τρία εξ αίματος.
- Συγγενείς εξ αγχιστείας.
Ετυμολογία
εξ αγχιστείας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐξ ἀγχιστείας < μεσαιωνική ελληνική ἐξ ἀγχιστείας < αρχαία ελληνική ἐξ ἀγχιστείας → δείτε τις λέξεις εκ και αγχιστεία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →