Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξ αμελείας

ουσιαστικό
•
  1. από αμέλεια, συνήθως για ατυχήματα που έγιναν χωρίς να υπάρχει πρόθεση (π.χ. σε ένα τροχαίο ατύχημα στο οποίο δεν διαπιστώνεται σκοπούμενη βλάβη, ανθρωποκτόνος πρόθεση ή κάτι άλλο που να επιβαρύνει τον υπεύθυνο του ατυχήματος Βικιλεξικό
  2. Η κατηγορία για πρόκληση θανατηφόρας βλάβης εξ αμελείας είναι πολύ ελαφρύτερη από του φόνου εκ προθέσεως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

από νομικό όρο για αδικήματα, από τη φράση της καθαρεύουσας "ἐξ ἀμελείας"

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →