Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξάλλου

επίρρημα
•
  1. βέβαια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξάλλου < μεσαιωνική ελληνική εξ άλλου (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική d'ailleurs)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εξάλλου

σύνδεσμος
•
  1. άλλωστε, εκτός αυτού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξάλλου < μεσαιωνική ελληνική εξ άλλου (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική d'ailleurs)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →