εξάμμωση
•
- η απομάκρυνση χώματος ή άμμου από κάποιο σημείο (λιμάνι, ποτάμι κ.λπ.) με τρόπο φυσικό ή τεχνητό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξάμμωση < εξ- + άμμος + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξάμμωση | εξαμμώσεις |
| Γενική | εξάμμωσης | εξαμμώσεων |
| Αιτιατική | εξάμμωση | εξαμμώσεις |
| Κλητική | εξάμμωση | εξαμμώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →