εξάπορτο
•
- στο τάβλιαμυντικός ή επιθετικός σχηματισμός έξι συνεχόμενων κατειλημμένων θέσεων, που αποκλείει τη διέλευση των πουλιών του αντιπάλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξάπορτο < εξα- + πόρτα + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξάπορτο | εξάπορτα |
| Γενική | εξάπορτου | εξάπορτων |
| Αιτιατική | εξάπορτο | εξάπορτα |
| Κλητική | εξάπορτο | εξάπορτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →