εξάπτω
•
- μεταβατικόερεθίζω, "ανάβω" Βικιλεξικό
- Αυτές οι διηγήσεις εξάπτουν τη φαντασία.
- Παρουσιάζεται παντού, έχει γνώμη για όλα, δημοσιοποιεί την προσωπική ζωή του, διοχετεύει στην δημοσιότητα πτυχές πραγμάτων που τον συμφέρουν, συνδυάζει καταστροφική επιπολαιότητα και κινητικότητα, εξάπτει την παραδημοσιογραφία καὶ τελικὰ χαμηλώνει τὴν πολιτικὴ πράξη σὲ ἐπίπεδο κουτσομπολιοῦ, «διαρροῶν» καὶ παντοειδῶν «καρφωμάτων». (Ευθύνη, τεύχη 225, Βιβλιοπωλείο Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1990)
Ετυμολογία
εξάπτω < αρχαία ελληνική < ἐξ + ἅπτω
Άλλοι τύποι
εξάπτομαιεξάψωεξήψαεξημμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →