Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προφορικόσύνολο έξι ημερών (ως ποινή ή κάτι άλλο) Βικιλεξικό
  2. προφορικόσύνολο έξι γκολ Βικιλεξικό
  3. συνήθως στον πληθυντικό: εξάρεςεμφάνιση του αριθμού έξι και στα δύο ζάρια (στο τάβλι ή άλλο παρόμοιο παιχνίδι) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξάρα < έξι + -άρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξάραεξάρες
Γενικήεξάρας—
Αιτιατικήεξάραεξάρες
Κλητικήεξάραεξάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →