εξάρης
•
- παίκτης τυχερού παιχνιδιού, ιδίως του Λόττο ή του Τζόκερ, που πέτυχε και τους έξι απαιτούμενους αριθμούς και δικαιούται το αντίστοιχο μεγάλο έπαθλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξάρης < έξι + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξάρης | εξάρηδες |
| Γενική | εξάρη | εξάρηδων |
| Αιτιατική | εξάρη | εξάρηδες |
| Κλητική | εξάρη | εξάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →