εξάρτημα
•
- οποιοδήποτε τμήμα μίας μεγαλύτερου συνόλου που χρησιμεύει για έναν ορισμένο σκοπό και μπορεί να αποσπαστεί Βικιλεξικό
- Υπάρχουν πολλά ευγονικά, αποτροπαϊκά και προστατευτικά στοιχεία (λόγω του υλικού, του σχήματος, της διακόσμησης κ.ά.) σε κοσμήματα και εξαρτήματα της ανδρικής και της γυναικείας ενδυμασίας, που τοποθετούνταν σε ζωτικά όργανα του σώματος, από το κεφάλι (εγκέφαλος) μέχρι την κοιλιακή χώρα (γυναικείο και ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα). (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)
- το εργαλείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξάρτημα < (ελληνιστική κοινή) ἐξάρτημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξάρτημα | εξαρτήματα |
| Γενική | εξαρτήματος | εξαρτημάτων |
| Αιτιατική | εξάρτημα | εξαρτήματα |
| Κλητική | εξάρτημα | εξαρτήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →