εξάσκηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξασκώ Βικιλεξικό
- Ο Dauprat διαχωρίζει τους σωλήνες σε χαμηλής και ψηλής περιοχής σύμφωνα με τη χρήση τους στην ορχήστρα και ονομάζει αυτές τις δύο κατηγορίες γένη, το άλτο κόρνο (cor alto) και το μπάσο κόρνο (cor basse), καθώς επισημαίνει ότι ο κορνίστας έπρεπε να διαλέξει το γένος κόρνου που θα χρησιμοποιεί διότι χρειάζεται διαφορετική εξάσκηση για το καθένα (Ακατερίνα Μπαρμπαρή-Μπέκα, «Η χρήση του φυσικού κόρνου στο ρεπερτόριο της περιόδου 1750-1850», Πτυχιακή εργασία, ΕΚΠΑ, Αθήνα, 2018, σελ 13 https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2710173/file.pdf)
Ετυμολογία
εξάσκηση < εξασκώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξάσκηση | εξασκήσεις |
| Γενική | εξάσκησης | εξασκήσεων |
| Αιτιατική | εξάσκηση | εξασκήσεις |
| Κλητική | εξάσκηση | εξασκήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →