εξάψαλμος
•
- μουσικήσύνολο από έξι ψαλμούς που ψάλλονται κατά την ακολουθία του Όρθρου Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπίπληξη Βικιλεξικό
- σήκωσε και το άλλο μπράτσο, το 'φερε πάνω στο άλλο της χέρι και τέντωσε και τα δέκα της χοντροδάχτυλα προς το μέρου του Γιώργου. Να, άχρηστε. Πάρ' τα, να μη σ' τα χρωστάω. Άντρες να σου πετύχουνε. Πάρ' τα, σωληνάριο, λελέκι, σαμιαμίδι. Έφαγε κάτι μούτζες ο Γιώργος όλες δικές του, και ο κακομοίρης δεν έβγαλε άχνα, στεκότανε σιωπηλός δίπλα της και άκουγε τον εξάψαλμο με το σκεφάλι σκυμμένο. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- άκουσε τον εξάψαλμο μετά την αποτυχία του στο διαγωνισμό
Ετυμολογία
εξάψαλμος < μεταγενέστερο επίθετο ἑξάψαλμος < ἕξ + ψαλμός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →