Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξέδρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υπερυψωμένη κατασκευή (συνήθως ξύλινη), για διάφορους σκοπούς Βικιλεξικό
    • Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Τιμή και το Χρήμα, Κεφάλαιο ΙΒ', 1914)
    • εξέδρα καταδύσεων (κατασκευή σε ορισμένο ύψος στις πισίνες, από το οποίο κάνει βουτιά ο κολυμβητής)
    • εξέδρα επισήμων (σε παρελάσεις συνήθως)
    • εξέδρα άντλησης πετρελαίου
    • εξέδρες γηπέδου (εξέδρες καθισμάτων)

Ετυμολογία

εξέδρα < εξ + έδρα < αρχαία ελληνική ἐξέδρα (βοηθητικό οίκημα, καλύβα, στοά) < ἐξ + ἕδρα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξέδραεξέδρες
Γενικήεξέδραςεξεδρών
Αιτιατικήεξέδραεξέδρες
Κλητικήεξέδραεξέδρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →