εξέλιξη
•
- επόμενο στάδιο, γεγονός, σειρά διαδιοχικών φάσεων Βικιλεξικό
- ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις
- οι διαδοχικές αλλαγές που επιφέρουν μεταμόρφωση ή μετασχηματισμό Βικιλεξικό
- βιολογίαοι μεταβολές στους ζωντανούς οργανισμούς Βικιλεξικό
- η εξέλιξη των ειδών
- βελτίωση, πρόοδος Βικιλεξικό
- Η τεχνολογία είχε μεγάλη εξέλιξη τον 20ο αιώνα.
Ετυμολογία
εξέλιξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξέλιξις (ξετύλιγμα, ανάπτυξη) < ἐξελίσσω, θέμα ἐξελικ- + -σις < ἐξ + ἑλίσσω, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική evolution
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξέλιξη | εξελίξεις |
| Γενική | εξέλιξης | εξελίξεων |
| Αιτιατική | εξέλιξη | εξελίξεις |
| Κλητική | εξέλιξη | εξελίξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →