Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξέλιξη

/eˈkse.li.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επόμενο στάδιο, γεγονός, σειρά διαδιοχικών φάσεων Βικιλεξικό
    • ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις
  2. οι διαδοχικές αλλαγές που επιφέρουν μεταμόρφωση ή μετασχηματισμό Βικιλεξικό
  3. βιολογίαοι μεταβολές στους ζωντανούς οργανισμούς Βικιλεξικό
    • η εξέλιξη των ειδών
  4. βελτίωση, πρόοδος Βικιλεξικό
    • Η τεχνολογία είχε μεγάλη εξέλιξη τον 20ο αιώνα.

Ετυμολογία

εξέλιξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξέλιξις (ξετύλιγμα, ανάπτυξη) < ἐξελίσσω, θέμα ἐξελικ- + -σις < ἐξ + ἑλίσσω, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική evolution

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξέλιξηεξελίξεις
Γενικήεξέλιξηςεξελίξεων
Αιτιατικήεξέλιξηεξελίξεις
Κλητικήεξέλιξηεξελίξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →