εξέλκωση
•
- ιατρικήη δημιουργία έλκους Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: έλκωση
- ιατρικήδερματική πληγή μετά από σπάσιμο φουσκάλας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξέλκωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξέλκω(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἐξέλκω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξέλκωση | εξελκώσεις |
| Γενική | εξέλκωσης | εξελκώσεων |
| Αιτιατική | εξέλκωση | εξελκώσεις |
| Κλητική | εξέλκωση | εξελκώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →