εξήγηση
•
- η ερμηνεία, η ανάλυση των αιτίων που δημιουργούν ένα φαινόμενο ή γεγονός Βικιλεξικό
- η επιστήμη δεν κατάφερε ακόμη να δώσει την εξήγηση αυτού του σπάνιου φαινομένου
- (συνήθως στον πληθυντικό) η απολογία κάποιου που καλείται να αιτιολογήσει ανεπίσημα τη στάση του ή τις ενέργειές του
- νομίζω ότι μου οφείλεις μια εξήγηση για τη χτεσινή σου συμπεριφορά
- η ερμηνεία, η εύρεση του νοήματος ή του μηνύματος (πχ ενός κειμένου, ενός ονείρου) Βικιλεξικό
- σαφής και διεξοδική έκθεση των λεπτομερειών που σχετίζονται με ένα αντικείμενο (γεγονός, κατάσταση κλπ) ώστε να αυτό να γίνει κατανοητό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξήγηση < αρχαία ελληνική ἐξήγησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξήγηση | εξηγήσεις |
| Γενική | εξήγησης | εξηγήσεων |
| Αιτιατική | εξήγηση | εξηγήσεις |
| Κλητική | εξήγηση | εξηγήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →