Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαίρεση

/eˈkse.ɾe.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εξαιρώ Βικιλεξικό
    • Πρέπει να ξέρετε, ότι δεν κάνω πλέον μουσική για τον κινηματογράφο ή δε μ'ενδιαφέρει πλέον να κάνω. Εκτός σπανίων εξαιρέσεων, που θ' αποφασίσω σαν μια χειρονομία φιλική προς κάποιον που εκτιμώ. (Μάνος Χατζιδάκης, ψηφίδες μνήμης, εκδ. Ίκαρος, 2004, σελ. 134)
  2. πληροφορικήexception: σφάλμα, κατά την διάρκεια εκτέλεσης προγράμματος Η/Υ όταν ο κώδικας είναι συντακτικά σωστός, όπως όταν επιχειρείται διαίρεση με το μηδέν ή πληκτρολόγηση κειμένου σε αριθμητική μεταβλητή. Σφάλμα που δεν έχει προβλεφτεί η αντιμετώπισή του. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαίρεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξαίρε(σις) (βγάλσιμο έξω) + -ση & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική exception

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξαίρεσηεξαιρέσεις
Γενικήεξαίρεσηςεξαιρέσεων
Αιτιατικήεξαίρεσηεξαιρέσεις
Κλητικήεξαίρεσηεξαιρέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →