Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ξεχωρίζει, γιατί είναι εξαιρετικός και σπουδαίος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαίσιος < αρχαία ελληνική ἐξαίσιος < ἐξ + αἴσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξαίσιοςεξαίσιαεξαίσιο
Γενικήεξαίσιουεξαίσιαςεξαίσιου
Αιτιατικήεξαίσιοεξαίσιαεξαίσιο
Κλητικήεξαίσιεεξαίσιαεξαίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξαίσιοιεξαίσιεςεξαίσια
Γενικήεξαίσιωνεξαίσιωνεξαίσιων
Αιτιατικήεξαίσιουςεξαίσιεςεξαίσια
Κλητικήεξαίσιοιεξαίσιεςεξαίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →