Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαγγελτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι κατάλληλος για εξαγγελία Βικιλεξικό
  2. που εξαγγέλλει, που γνωστοποιεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαγγελτικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξαγγελτικόςεξαγγελτικήεξαγγελτικό
Γενικήεξαγγελτικούεξαγγελτικήςεξαγγελτικού
Αιτιατικήεξαγγελτικόεξαγγελτικήεξαγγελτικό
Κλητικήεξαγγελτικέεξαγγελτικήεξαγγελτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξαγγελτικοίεξαγγελτικέςεξαγγελτικά
Γενικήεξαγγελτικώνεξαγγελτικώνεξαγγελτικών
Αιτιατικήεξαγγελτικούςεξαγγελτικέςεξαγγελτικά
Κλητικήεξαγγελτικοίεξαγγελτικέςεξαγγελτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →