εξαγιάζω
•
- κάνω κάτι (ή κάποιον) άγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαγιάζω < εξ- + άγιος + -άζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sanctifier)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαγιάζω | εξαγιάζεις | εξαγιάζει | εξαγιάζουμε | εξαγιάζετε | εξαγιάζουν / εξαγιάζουνε |
| Παρατατικός | εξαγίαζα | εξαγίαζες | εξαγίαζε | εξαγιάζαμε | εξαγιάζατε | εξαγίαζαν / εξαγιάζαν / εξαγιάζανε |
| Αόριστος | εξαγίασα | εξαγίασες | εξαγίασε | εξαγιάσαμε | εξαγιάσατε | εξαγίασαν / εξαγιάσαν / εξαγιάσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαγιάζω / θα εξαγιάσω | θα εξαγιάζεις / θα εξαγιάσεις | θα εξαγιάζει / θα εξαγιάσει | θα εξαγιάζουμε / θα εξαγιάσουμε | θα εξαγιάζετε / θα εξαγιάσετε | θα εξαγιάζουν / θα εξαγιάζουνε / θα εξαγιάσουν / θα εξαγιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαγιάσει | έχεις εξαγιάσει | έχει εξαγιάσει | έχουμε εξαγιάσει | έχετε εξαγιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαγιάσει | είχες εξαγιάσει | είχε εξαγιάσει | είχαμε εξαγιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαγιάσει / να εξαγιάζω / να εξαγιάσω | να έχεις εξαγιάσει / να εξαγιάζεις / να εξαγιάσεις | να έχει εξαγιάσει / να εξαγιάζει / να εξαγιάσει | να έχουμε εξαγιάσει / να εξαγιάζουμε / να εξαγιάσουμε | να έχετε εξαγιάσει / να εξαγιάζετε / να εξαγιάσετε | να εξαγιάζουν / να εξαγιάζουνε / να εξαγιάσουν / να εξαγιάσουνε |
| Προστακτική | — | εξαγίαζε / εξαγίασε | — | — | εξαγιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξαγιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →