εξαγοράζω
•
- αγοράζω κάτι κι αποκτώ κυριότητα σε αυτό Βικιλεξικό
- Ποιος είναι ο Ουκρανός δισεκατομμυριούχος που εξαγοράζει τη Νιτσιάκος και γιατί επενδύει στην Ελλάδα (www.protothema.gr, 31.05.2026)
- πληρώνω τα ανάλογα χρήματα για να μην εκτίσω μια ποινή ή τη στρατιωτική θητεία ή για να αγοράσω συντάξιμα ένσημα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπετυχαίνω κάτι με κάποιο αντάλλαγμα ή θυσία Βικιλεξικό
- διαφθοράεξασφαλίζω κάτι με δωροδοκία Βικιλεξικό
- Αυτή τη φορά δεν θα εξαγοράσουν την ψήφο του λαού με ψεύτικες παροχές.
Ετυμολογία
εξαγοράζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξαγοράζω < ἐξ + ἀγοράζω (εξ- + αγοράζω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαγοράζω | εξαγοράζεις | εξαγοράζει | εξαγοράζουμε | εξαγοράζετε | εξαγοράζουν / εξαγοράζουνε |
| Παρατατικός | εξαγόραζα | εξαγόραζες | εξαγόραζε | εξαγοράζαμε | εξαγοράζατε | εξαγοράζαν / εξαγοράζανε / εξαγόραζαν |
| Αόριστος | εξαγόρασα | εξαγόρασες | εξαγόρασε | εξαγοράσαμε | εξαγοράσατε | εξαγοράσαν / εξαγοράσανε / εξαγόρασαν |
| Μέλλοντας | θα εξαγοράζω / θα εξαγοράσω | θα εξαγοράζεις / θα εξαγοράσεις | θα εξαγοράζει / θα εξαγοράσει | θα εξαγοράζουμε / θα εξαγοράσουμε | θα εξαγοράζετε / θα εξαγοράσετε | θα εξαγοράζουν / θα εξαγοράζουνε / θα εξαγοράσουν / θα εξαγοράσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαγοράσει | έχεις εξαγοράσει | έχει εξαγοράσει | έχουμε εξαγοράσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαγοράσει | είχες εξαγοράσει | είχε εξαγοράσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαγοράσει / να εξαγοράζω / να εξαγοράσω | να έχεις εξαγοράσει / να εξαγοράζεις / να εξαγοράσεις | να έχει εξαγοράσει / να εξαγοράζει / να εξαγοράσει | να έχουμε εξαγοράσει / να εξαγοράζουμε / να εξαγοράσουμε | να εξαγοράζετε / να εξαγοράσετε | να εξαγοράζουν / να εξαγοράζουνε / να εξαγοράσουν / να εξαγοράσουνε |
| Προστακτική | — | έχε εξαγορασμένο / εξαγόραζε / εξαγόρασε | — | — | εξαγοράζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξαγοράζομαιεξαγοράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →