Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαγωγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την εξαγωγή εμπορευμάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαγωγικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξαγωγικόςεξαγωγικήεξαγωγικό
Γενικήεξαγωγικούεξαγωγικήςεξαγωγικού
Αιτιατικήεξαγωγικόεξαγωγικήεξαγωγικό
Κλητικήεξαγωγικέεξαγωγικήεξαγωγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξαγωγικοίεξαγωγικέςεξαγωγικά
Γενικήεξαγωγικώνεξαγωγικώνεξαγωγικών
Αιτιατικήεξαγωγικούςεξαγωγικέςεξαγωγικά
Κλητικήεξαγωγικοίεξαγωγικέςεξαγωγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →