εξαερίωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξαεριώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαερίωση < απόδοση για τη γαλλική gazéification. Μορφολογικά αναλύεται σε εξαεριώ(νω) (< αέριο) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξαερίωση | εξαεριώσεις |
| Γενική | εξαερίωσης | εξαεριώσεων |
| Αιτιατική | εξαερίωση | εξαεριώσεις |
| Κλητική | εξαερίωση | εξαεριώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →