Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαεριστήρας

/e.ksa.e.ɾiˈsti.ɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τεχνολογίαηλεκτρικός μηχανισμός με φτερωτή που χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση του αέρα από το εσωτερικό χώρου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαεριστήρας < απόδοση ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική ventilateur / aérateur. Μορφολογικά αναλύεται σε εξαερισ- του ρήματος εξαερίζω + -τήρας → δείτε και εξ- αεριστήρας. Συγκρίνετε με το βεντιλατέρ και το ανεμιστήρας.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξαεριστήραςεξαεριστήρες
Γενικήεξαεριστήραεξαεριστήρων
Αιτιατικήεξαεριστήραεξαεριστήρες
Κλητικήεξαεριστήραεξαεριστήρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →