εξαεριστήρας
•
- τεχνολογίαηλεκτρικός μηχανισμός με φτερωτή που χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση του αέρα από το εσωτερικό χώρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαεριστήρας < απόδοση ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική ventilateur / aérateur. Μορφολογικά αναλύεται σε εξαερισ- του ρήματος εξαερίζω + -τήρας → δείτε και εξ- αεριστήρας. Συγκρίνετε με το βεντιλατέρ και το ανεμιστήρας.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξαεριστήρας | εξαεριστήρες |
| Γενική | εξαεριστήρα | εξαεριστήρων |
| Αιτιατική | εξαεριστήρα | εξαεριστήρες |
| Κλητική | εξαεριστήρα | εξαεριστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →