Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαιρετός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να εξαιρεθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαιρετός < εξ- + αἱρῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξαιρετόςεξαιρετήεξαιρετό
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εξαίρετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιαίτερα καλός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαίρετος < ἐξαίρετος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξαίρετοςεξαίρετηεξαίρετο
Γενικήεξαίρετουεξαίρετηςεξαίρετου
Αιτιατικήεξαίρετοεξαίρετηεξαίρετο
Κλητικήεξαίρετεεξαίρετηεξαίρετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξαίρετοιεξαίρετεςεξαίρετα
Γενικήεξαίρετωνεξαίρετωνεξαίρετων
Αιτιατικήεξαίρετουςεξαίρετεςεξαίρετα
Κλητικήεξαίρετοιεξαίρετεςεξαίρετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →