εξακολουθώ
•
- συνεχίζω κάτι που έκανα Βικιλεξικό
- συνεχίζω, διαρκώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξακολουθώ < ελληνιστική κοινή ἐξᾰκολουθέω / ἐξακολουθῶ < αρχαία ελληνική ἀκολουθέω / ἀκολουθῶ < ἀκόλουθος < ἀ- + κέλευθος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kel-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξακολουθώ | εξακολουθείς | εξακολουθεί | εξακολουθούμε | εξακολουθείτε | εξακολουθούν / εξακολουθούνε |
| Παρατατικός | εξακολουθούσα | εξακολουθούσες | εξακολουθούσε | εξακολουθούσαμε | εξακολουθούσατε | εξακολουθούσαν / εξακολουθούσανε |
| Αόριστος | εξακολούθησα | εξακολούθησες | εξακολούθησε | εξακολουθήσαμε | εξακολουθήσατε | εξακολουθήσαν / εξακολουθήσανε / εξακολούθησαν |
| Μέλλοντας | θα εξακολουθήσω / θα εξακολουθώ | θα εξακολουθήσεις / θα εξακολουθείς | θα εξακολουθήσει / θα εξακολουθεί | θα εξακολουθήσουμε / θα εξακολουθούμε | θα εξακολουθήσετε / θα εξακολουθείτε | θα εξακολουθήσουν / θα εξακολουθήσουνε / θα εξακολουθούν / θα εξακολουθούνε |
| Παρακείμενος | έχω εξακολουθήσει | έχεις εξακολουθήσει | έχει εξακολουθήσει | έχουμε εξακολουθήσει | έχετε εξακολουθήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξακολουθήσει | είχες εξακολουθήσει | είχε εξακολουθήσει | είχαμε εξακολουθήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξακολουθήσει / να εξακολουθήσω / να εξακολουθώ | να έχεις εξακολουθήσει / να εξακολουθήσεις / να εξακολουθείς | να έχει εξακολουθήσει / να εξακολουθήσει / να εξακολουθεί | να έχουμε εξακολουθήσει / να εξακολουθήσουμε / να εξακολουθούμε | να έχετε εξακολουθήσει / να εξακολουθήσετε / να εξακολουθείτε | να εξακολουθήσουν / να εξακολουθήσουνε / να εξακολουθούν / να εξακολουθούνε |
| Προστακτική | — | εξακολούθει / εξακολούθησε | — | — | εξακολουθήστε / εξακολουθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →