Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξακοντίζω

ρήμα
•
  1. ρίχνω με ορμή, εκτινάσσω, βάλλω εξ αποστάσεως Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαπευθύνω λόγο με βιαιότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξακοντίζω < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξακοντίζωεξακοντίζειςεξακοντίζειεξακοντίζουμεεξακοντίζετεεξακοντίζουν / εξακοντίζουνε
Παρατατικόςεξακόντιζαεξακόντιζεςεξακόντιζεεξακοντίζαμεεξακοντίζατεεξακοντίζαν / εξακοντίζανε / εξακόντιζαν
Αόριστοςεξακόντισαεξακόντισεςεξακόντισεεξακοντίσαμεεξακοντίσατεεξακοντίσαν / εξακοντίσανε / εξακόντισαν
Μέλλονταςθα εξακοντίζω / θα εξακοντίσωθα εξακοντίζεις / θα εξακοντίσειςθα εξακοντίζει / θα εξακοντίσειθα εξακοντίζουμε / θα εξακοντίσουμεθα εξακοντίζετε / θα εξακοντίσετεθα εξακοντίζουν / θα εξακοντίζουνε / θα εξακοντίσουν / θα εξακοντίσουνε
Παρακείμενοςέχω εξακοντίσειέχεις εξακοντίσειέχει εξακοντίσειέχουμε εξακοντίσειέχετε εξακοντίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξακοντίσειείχες εξακοντίσειείχε εξακοντίσειείχαμε εξακοντίσει——
Υποτακτικήνα έχω εξακοντίσει / να εξακοντίζω / να εξακοντίσωνα έχεις εξακοντίσει / να εξακοντίζεις / να εξακοντίσειςνα έχει εξακοντίσει / να εξακοντίζει / να εξακοντίσεινα έχουμε εξακοντίσει / να εξακοντίζουμε / να εξακοντίσουμενα έχετε εξακοντίσει / να εξακοντίζετε / να εξακοντίσετενα εξακοντίζουν / να εξακοντίζουνε / να εξακοντίσουν / να εξακοντίσουνε
Προστακτική—εξακόντιζε / εξακόντισε——εξακοντίζετε / εξακοντίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →