εξακοντίζω
•
- ρίχνω με ορμή, εκτινάσσω, βάλλω εξ αποστάσεως Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπευθύνω λόγο με βιαιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξακοντίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξακοντίζω | εξακοντίζεις | εξακοντίζει | εξακοντίζουμε | εξακοντίζετε | εξακοντίζουν / εξακοντίζουνε |
| Παρατατικός | εξακόντιζα | εξακόντιζες | εξακόντιζε | εξακοντίζαμε | εξακοντίζατε | εξακοντίζαν / εξακοντίζανε / εξακόντιζαν |
| Αόριστος | εξακόντισα | εξακόντισες | εξακόντισε | εξακοντίσαμε | εξακοντίσατε | εξακοντίσαν / εξακοντίσανε / εξακόντισαν |
| Μέλλοντας | θα εξακοντίζω / θα εξακοντίσω | θα εξακοντίζεις / θα εξακοντίσεις | θα εξακοντίζει / θα εξακοντίσει | θα εξακοντίζουμε / θα εξακοντίσουμε | θα εξακοντίζετε / θα εξακοντίσετε | θα εξακοντίζουν / θα εξακοντίζουνε / θα εξακοντίσουν / θα εξακοντίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξακοντίσει | έχεις εξακοντίσει | έχει εξακοντίσει | έχουμε εξακοντίσει | έχετε εξακοντίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξακοντίσει | είχες εξακοντίσει | είχε εξακοντίσει | είχαμε εξακοντίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξακοντίσει / να εξακοντίζω / να εξακοντίσω | να έχεις εξακοντίσει / να εξακοντίζεις / να εξακοντίσεις | να έχει εξακοντίσει / να εξακοντίζει / να εξακοντίσει | να έχουμε εξακοντίσει / να εξακοντίζουμε / να εξακοντίσουμε | να έχετε εξακοντίσει / να εξακοντίζετε / να εξακοντίσετε | να εξακοντίζουν / να εξακοντίζουνε / να εξακοντίσουν / να εξακοντίσουνε |
| Προστακτική | — | εξακόντιζε / εξακόντισε | — | — | εξακοντίζετε / εξακοντίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →