εξακοσάρα
•
- προφορικόμοτοσικλέτα με κινητήρα κυβισμού περίπου εξακοσίων κυβικών εκατοστών Βικιλεξικό
- προφορικόχρηματικό ποσό που ανέρχεται σε εξακόσιες μονάδες τού εκάστοτε νομίσματος ή άλλης λογιστικής μονάδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξακοσάρα < εξακόσια + -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξακοσάρα | εξακοσάρες |
| Γενική | εξακοσάρας | εξακοσάρων |
| Αιτιατική | εξακοσάρα | εξακοσάρες |
| Κλητική | εξακοσάρα | εξακοσάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →