Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξακριβώσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου μπορεί να εξακριβωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξακριβώσιμος μαρτυρείται από το 1888 στην καθαρεύουσα (ἐξακριβώσιμος) < εξακρίβωσ(η) + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξακριβώσιμοςεξακριβώσιμηεξακριβώσιμο
Γενικήεξακριβώσιμουεξακριβώσιμηςεξακριβώσιμου
Αιτιατικήεξακριβώσιμοεξακριβώσιμηεξακριβώσιμο
Κλητικήεξακριβώσιμεεξακριβώσιμηεξακριβώσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξακριβώσιμοιεξακριβώσιμεςεξακριβώσιμα
Γενικήεξακριβώσιμωνεξακριβώσιμωνεξακριβώσιμων
Αιτιατικήεξακριβώσιμουςεξακριβώσιμεςεξακριβώσιμα
Κλητικήεξακριβώσιμοιεξακριβώσιμεςεξακριβώσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →