εξακτίνωση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξακτινώνω Βικιλεξικό
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξακτινώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξακτίνωση < εξακτινώνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξακτίνωση | εξακτινώσεις |
| Γενική | εξακτίνωσης | εξακτινώσεων |
| Αιτιατική | εξακτίνωση | εξακτινώσεις |
| Κλητική | εξακτίνωση | εξακτινώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →