Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξανάσταση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αρχαιοπρεπέςη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξανίσταμαι Βικιλεξικό
  2. αρχαιοπρεπέςη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξανίσταμαι Βικιλεξικό
  3. αρχαιοπρεπέςη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξανίσταμαι Βικιλεξικό
  4. αρχαιοπρεπέςη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξανίσταμαι Βικιλεξικό
  5. αρχαιοπρεπέςη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξανίσταμαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξανάσταση < ελληνιστική κοινή ἐξανάστασις < αρχαία ελληνική ἐξανίστημι < ἐξ + ἀνίστημι < ἀνά + ἵστημι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξανάστασηεξαναστάσεις
Γενικήεξανάστασηςεξαναστάσεων
Αιτιατικήεξανάστασηεξαναστάσεις
Κλητικήεξανάστασηεξαναστάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →