Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαναγκασμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η υποχρέωση από άλλους ή από καταστάσεις σε ενέργεια που δεν αποτελεί επιλογή του υποκειμένου Βικιλεξικό
    • ο φυσικός εξαναγκασμός υποκαθιστά τον ψυχολογικό εξαναγκασμό οσάκις αυτός στερείται αποτελεσματικότητας (από το βιβλίο "Κυρωτική Λειτουργία του Δικαίου", του Κ. Δεσποτόπουλου)
  2. ψυχιατρικήη παρορμητική συμπεριφορά, η εξαναγκαστική, η ψυχαναγκαστική επανάληψη λέξεων, κινήσεων χωρίς την λογική επιθυμία ή επιλογή του υποκειμένου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαναγκασμός < εξαναγκάζω < ἐξαναγκάζω < ἐξ + ἀναγκάζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξαναγκασμόςεξαναγκασμοί
Γενικήεξαναγκασμούεξαναγκασμών
Αιτιατικήεξαναγκασμόεξαναγκασμούς
Κλητικήεξαναγκασμέεξαναγκασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →