εξαναγκασμός
•
- η υποχρέωση από άλλους ή από καταστάσεις σε ενέργεια που δεν αποτελεί επιλογή του υποκειμένου Βικιλεξικό
- ο φυσικός εξαναγκασμός υποκαθιστά τον ψυχολογικό εξαναγκασμό οσάκις αυτός στερείται αποτελεσματικότητας (από το βιβλίο "Κυρωτική Λειτουργία του Δικαίου", του Κ. Δεσποτόπουλου)
- ψυχιατρικήη παρορμητική συμπεριφορά, η εξαναγκαστική, η ψυχαναγκαστική επανάληψη λέξεων, κινήσεων χωρίς την λογική επιθυμία ή επιλογή του υποκειμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαναγκασμός < εξαναγκάζω < ἐξαναγκάζω < ἐξ + ἀναγκάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξαναγκασμός | εξαναγκασμοί |
| Γενική | εξαναγκασμού | εξαναγκασμών |
| Αιτιατική | εξαναγκασμό | εξαναγκασμούς |
| Κλητική | εξαναγκασμέ | εξαναγκασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →