εξανεμίζω
•
- εξαφανίζω Βικιλεξικό
- ειδικότεραξοδεύω ασυλλόγιστα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξανεμίζω < ελληνιστική κοινή ἐξανεμίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξανεμίζω | εξανεμίζεις | εξανεμίζει | εξανεμίζουμε | εξανεμίζετε | εξανεμίζουν / εξανεμίζουνε |
| Παρατατικός | εξανέμιζα | εξανέμιζες | εξανέμιζε | εξανεμίζαμε | εξανεμίζατε | εξανέμιζαν / εξανεμίζαν / εξανεμίζανε |
| Αόριστος | εξανέμισα | εξανέμισες | εξανέμισε | εξανεμίσαμε | εξανεμίσατε | εξανέμισαν / εξανεμίσαν / εξανεμίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξανεμίζω / θα εξανεμίσω | θα εξανεμίζεις / θα εξανεμίσεις | θα εξανεμίζει / θα εξανεμίσει | θα εξανεμίζουμε / θα εξανεμίσουμε | θα εξανεμίζετε / θα εξανεμίσετε | θα εξανεμίζουν / θα εξανεμίζουνε / θα εξανεμίσουν / θα εξανεμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξανεμίσει | έχεις εξανεμίσει | έχει εξανεμίσει | έχουμε εξανεμίσει | έχετε εξανεμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξανεμίσει | είχες εξανεμίσει | είχε εξανεμίσει | είχαμε εξανεμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξανεμίσει / να εξανεμίζω / να εξανεμίσω | να έχεις εξανεμίσει / να εξανεμίζεις / να εξανεμίσεις | να έχει εξανεμίσει / να εξανεμίζει / να εξανεμίσει | να έχουμε εξανεμίσει / να εξανεμίζουμε / να εξανεμίσουμε | να έχετε εξανεμίσει / να εξανεμίζετε / να εξανεμίσετε | να εξανεμίζουν / να εξανεμίζουνε / να εξανεμίσουν / να εξανεμίσουνε |
| Προστακτική | — | εξανέμιζε / εξανέμισε | — | — | εξανεμίζετε / εξανεμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →