Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξανεμίζω

ρήμα
•
  1. εξαφανίζω Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραξοδεύω ασυλλόγιστα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξανεμίζω < ελληνιστική κοινή ἐξανεμίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξανεμίζωεξανεμίζειςεξανεμίζειεξανεμίζουμεεξανεμίζετεεξανεμίζουν / εξανεμίζουνε
Παρατατικόςεξανέμιζαεξανέμιζεςεξανέμιζεεξανεμίζαμεεξανεμίζατεεξανέμιζαν / εξανεμίζαν / εξανεμίζανε
Αόριστοςεξανέμισαεξανέμισεςεξανέμισεεξανεμίσαμεεξανεμίσατεεξανέμισαν / εξανεμίσαν / εξανεμίσανε
Μέλλονταςθα εξανεμίζω / θα εξανεμίσωθα εξανεμίζεις / θα εξανεμίσειςθα εξανεμίζει / θα εξανεμίσειθα εξανεμίζουμε / θα εξανεμίσουμεθα εξανεμίζετε / θα εξανεμίσετεθα εξανεμίζουν / θα εξανεμίζουνε / θα εξανεμίσουν / θα εξανεμίσουνε
Παρακείμενοςέχω εξανεμίσειέχεις εξανεμίσειέχει εξανεμίσειέχουμε εξανεμίσειέχετε εξανεμίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξανεμίσειείχες εξανεμίσειείχε εξανεμίσειείχαμε εξανεμίσει——
Υποτακτικήνα έχω εξανεμίσει / να εξανεμίζω / να εξανεμίσωνα έχεις εξανεμίσει / να εξανεμίζεις / να εξανεμίσειςνα έχει εξανεμίσει / να εξανεμίζει / να εξανεμίσεινα έχουμε εξανεμίσει / να εξανεμίζουμε / να εξανεμίσουμενα έχετε εξανεμίσει / να εξανεμίζετε / να εξανεμίσετενα εξανεμίζουν / να εξανεμίζουνε / να εξανεμίσουν / να εξανεμίσουνε
Προστακτική—εξανέμιζε / εξανέμισε——εξανεμίζετε / εξανεμίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →