Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαπλός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο Βικιλεξικό
  2. πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο Βικιλεξικό
  3. εξαπλάσιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαπλός < αρχαία ελληνική ἑξαπλοῦς, μορφολογικά αναλύεται εξα- + -πλός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξαπλόςεξαπλήεξαπλό
Γενικήεξαπλούεξαπλήςεξαπλού
Αιτιατικήεξαπλόεξαπλήεξαπλό
Κλητικήεξαπλέεξαπλήεξαπλό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξαπλοίεξαπλέςεξαπλά
Γενικήεξαπλώνεξαπλώνεξαπλών
Αιτιατικήεξαπλούςεξαπλέςεξαπλά
Κλητικήεξαπλοίεξαπλέςεξαπλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →