Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαπλώνομαι

ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος εξαπλώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξαπλώνομαιεξαπλώνεσαιεξαπλώνεταιεξαπλωνόμαστεεξαπλώνεστεεξαπλώνονται
Παρατατικόςεξαπλωνόμουν / εξαπλωνόμουναεξαπλωνόσουν / εξαπλωνόσουναεξαπλωνόταν / εξαπλωνότανεεξαπλωνόμασταν / εξαπλωνόμαστεεξαπλωνόσασταν / εξαπλωνόσαστεεξαπλωνόντουσαν / εξαπλώνονταν
Αόριστοςεξαπλώθηκαεξαπλώθηκεςεξαπλώθηκεεξαπλωθήκαμεεξαπλωθήκατεεξαπλωθήκαν / εξαπλωθήκανε / εξαπλώθηκαν
Μέλλονταςθα εξαπλωθώ / θα εξαπλώνομαιθα εξαπλωθείς / θα εξαπλώνεσαιθα εξαπλωθεί / θα εξαπλώνεταιθα εξαπλωθούμε / θα εξαπλωνόμαστεθα εξαπλωθείτε / θα εξαπλώνεστεθα εξαπλωθούν / θα εξαπλωθούνε / θα εξαπλώνονται
Παρακείμενοςέχω εξαπλωθείέχεις εξαπλωθείέχει εξαπλωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα εξαπλωθείείχες εξαπλωθείείχε εξαπλωθεί———
Υποτακτικήνα έχω εξαπλωθεί / να εξαπλωθώ / να εξαπλώνομαινα έχεις εξαπλωθεί / να εξαπλωθείς / να εξαπλώνεσαινα έχει εξαπλωθεί / να εξαπλωθεί / να εξαπλώνεταινα εξαπλωθούμε / να εξαπλωνόμαστενα εξαπλωθείτε / να εξαπλώνεστενα εξαπλωθούν / να εξαπλωθούνε / να εξαπλώνονται
Προστακτική—εξαπλώνου / εξαπλώσου——εξαπλωθείτε / εξαπλώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →