εξαπλώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος εξαπλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαπλώνομαι | εξαπλώνεσαι | εξαπλώνεται | εξαπλωνόμαστε | εξαπλώνεστε | εξαπλώνονται |
| Παρατατικός | εξαπλωνόμουν / εξαπλωνόμουνα | εξαπλωνόσουν / εξαπλωνόσουνα | εξαπλωνόταν / εξαπλωνότανε | εξαπλωνόμασταν / εξαπλωνόμαστε | εξαπλωνόσασταν / εξαπλωνόσαστε | εξαπλωνόντουσαν / εξαπλώνονταν |
| Αόριστος | εξαπλώθηκα | εξαπλώθηκες | εξαπλώθηκε | εξαπλωθήκαμε | εξαπλωθήκατε | εξαπλωθήκαν / εξαπλωθήκανε / εξαπλώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα εξαπλωθώ / θα εξαπλώνομαι | θα εξαπλωθείς / θα εξαπλώνεσαι | θα εξαπλωθεί / θα εξαπλώνεται | θα εξαπλωθούμε / θα εξαπλωνόμαστε | θα εξαπλωθείτε / θα εξαπλώνεστε | θα εξαπλωθούν / θα εξαπλωθούνε / θα εξαπλώνονται |
| Παρακείμενος | έχω εξαπλωθεί | έχεις εξαπλωθεί | έχει εξαπλωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαπλωθεί | είχες εξαπλωθεί | είχε εξαπλωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαπλωθεί / να εξαπλωθώ / να εξαπλώνομαι | να έχεις εξαπλωθεί / να εξαπλωθείς / να εξαπλώνεσαι | να έχει εξαπλωθεί / να εξαπλωθεί / να εξαπλώνεται | να εξαπλωθούμε / να εξαπλωνόμαστε | να εξαπλωθείτε / να εξαπλώνεστε | να εξαπλωθούν / να εξαπλωθούνε / να εξαπλώνονται |
| Προστακτική | — | εξαπλώνου / εξαπλώσου | — | — | εξαπλωθείτε / εξαπλώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →