εξαπολύω
•
- εκτοξεύω (βλήματα, οβίδες κ.λπ) εναντίον κάποιου στόχου σε μεγάλη απόσταση Βικιλεξικό
- οργανώνω και θέτω σε κίνηση μια επιχείρηση επιθετικού χαρακτήρα Βικιλεξικό
- οι αστυνομικές αρχές εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη των δραπετών
- μεταφορικάμιλάω επιθετικά εναντίον κάποιου στα πλαίσια μιας αντιπαράθεσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαπολύω < μεσαιωνική ελληνική ἐξαπολύω < ἐξ + αρχαία ελληνική ἀπολύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →