Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαργυρώνω

ρήμα
•
  1. μετατρέπω σε μετρητά τίτλους με χρηματική αξία (π.χ. επιταγές, μάρκες στο καζίνο κλπ) Βικιλεξικό
    • Η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε ποτέ
  2. μειωτικόζητάω την ανταμοιβή για κάποια εξυπηρέτηση ή υποχώρηση που έκανα Βικιλεξικό
    • Φίλε μου, πρέπει κι εγώ να εξαργυρώσω. Για να προσλάβουν πέρσι την κόρη σου, φίλησα κατουρημένες ποδιές

Ετυμολογία

εξαργυρώνω < αρχαία ελληνική ἐξαργυρόω / ἐξαργυρῶ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξαργυρώνωεξαργυρώνειςεξαργυρώνειεξαργυρώνουμεεξαργυρώνετεεξαργυρώνουν / εξαργυρώνουνε
Παρατατικόςεξαργύρωναεξαργύρωνεςεξαργύρωνεεξαργυρώναμεεξαργυρώνατεεξαργυρώναν / εξαργυρώνανε / εξαργύρωναν
Αόριστοςεξαργύρωσαεξαργύρωσεςεξαργύρωσεεξαργυρώσαμεεξαργυρώσατεεξαργυρώσαν / εξαργυρώσανε / εξαργύρωσαν
Μέλλονταςθα εξαργυρώνω / θα εξαργυρώσωθα εξαργυρώνεις / θα εξαργυρώσειςθα εξαργυρώνει / θα εξαργυρώσειθα εξαργυρώνουμε / θα εξαργυρώσουμεθα εξαργυρώνετε / θα εξαργυρώσετεθα εξαργυρώνουν / θα εξαργυρώνουνε / θα εξαργυρώσουν / θα εξαργυρώσουνε
Παρακείμενοςέχω εξαργυρώσειέχεις εξαργυρώσειέχει εξαργυρώσειέχουμε εξαργυρώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εξαργυρώσειείχες εξαργυρώσειείχε εξαργυρώσειείχαμε εξαργυρώσει——
Υποτακτικήνα έχω εξαργυρώσει / να εξαργυρώνω / να εξαργυρώσωνα έχεις εξαργυρώσει / να εξαργυρώνεις / να εξαργυρώσειςνα έχει εξαργυρώσει / να εξαργυρώνει / να εξαργυρώσεινα έχουμε εξαργυρώσει / να εξαργυρώνουμε / να εξαργυρώσουμενα εξαργυρώνετε / να εξαργυρώσετενα εξαργυρώνουν / να εξαργυρώνουνε / να εξαργυρώσουν / να εξαργυρώσουνε
Προστακτική—εξαργύρωνε / εξαργύρωσε——εξαργυρώνετε / εξαργυρώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εξαργυρώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →