εξαργυρώνω
•
- μετατρέπω σε μετρητά τίτλους με χρηματική αξία (π.χ. επιταγές, μάρκες στο καζίνο κλπ) Βικιλεξικό
- Η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε ποτέ
- μειωτικόζητάω την ανταμοιβή για κάποια εξυπηρέτηση ή υποχώρηση που έκανα Βικιλεξικό
- Φίλε μου, πρέπει κι εγώ να εξαργυρώσω. Για να προσλάβουν πέρσι την κόρη σου, φίλησα κατουρημένες ποδιές
Ετυμολογία
εξαργυρώνω < αρχαία ελληνική ἐξαργυρόω / ἐξαργυρῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαργυρώνω | εξαργυρώνεις | εξαργυρώνει | εξαργυρώνουμε | εξαργυρώνετε | εξαργυρώνουν / εξαργυρώνουνε |
| Παρατατικός | εξαργύρωνα | εξαργύρωνες | εξαργύρωνε | εξαργυρώναμε | εξαργυρώνατε | εξαργυρώναν / εξαργυρώνανε / εξαργύρωναν |
| Αόριστος | εξαργύρωσα | εξαργύρωσες | εξαργύρωσε | εξαργυρώσαμε | εξαργυρώσατε | εξαργυρώσαν / εξαργυρώσανε / εξαργύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα εξαργυρώνω / θα εξαργυρώσω | θα εξαργυρώνεις / θα εξαργυρώσεις | θα εξαργυρώνει / θα εξαργυρώσει | θα εξαργυρώνουμε / θα εξαργυρώσουμε | θα εξαργυρώνετε / θα εξαργυρώσετε | θα εξαργυρώνουν / θα εξαργυρώνουνε / θα εξαργυρώσουν / θα εξαργυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαργυρώσει | έχεις εξαργυρώσει | έχει εξαργυρώσει | έχουμε εξαργυρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαργυρώσει | είχες εξαργυρώσει | είχε εξαργυρώσει | είχαμε εξαργυρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαργυρώσει / να εξαργυρώνω / να εξαργυρώσω | να έχεις εξαργυρώσει / να εξαργυρώνεις / να εξαργυρώσεις | να έχει εξαργυρώσει / να εξαργυρώνει / να εξαργυρώσει | να έχουμε εξαργυρώσει / να εξαργυρώνουμε / να εξαργυρώσουμε | να εξαργυρώνετε / να εξαργυρώσετε | να εξαργυρώνουν / να εξαργυρώνουνε / να εξαργυρώσουν / να εξαργυρώσουνε |
| Προστακτική | — | εξαργύρωνε / εξαργύρωσε | — | — | εξαργυρώνετε / εξαργυρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξαργυρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →