εξαρθρώνω
•
- προκαλώ τη μετακίνηση ενός οστού έξω από την κοιλότητα στην οποία βρίσκεται Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαλύω, καταστρέφω (μια οργάνωση, κ.α.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαρθρώνω < από το αρχαίο ἐξαρθρόω-ἐξαρθρῶ. < Από το ἐξ και το ἀρθρόω-ἀρθρῶ. < Από το ἄρθρον, άρθρωση.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαρθρώνω | εξαρθρώνεις | εξαρθρώνει | εξαρθρώνουμε | εξαρθρώνετε | εξαρθρώνουν / εξαρθρώνουνε |
| Παρατατικός | εξάρθρωνα | εξάρθρωνες | εξάρθρωνε | εξαρθρώναμε | εξαρθρώνατε | εξάρθρωναν / εξαρθρώναν / εξαρθρώνανε |
| Αόριστος | εξάρθρωσα | εξάρθρωσες | εξάρθρωσε | εξαρθρώσαμε | εξαρθρώσατε | εξάρθρωσαν / εξαρθρώσαν / εξαρθρώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαρθρώνω / θα εξαρθρώσω | θα εξαρθρώνεις / θα εξαρθρώσεις | θα εξαρθρώνει / θα εξαρθρώσει | θα εξαρθρώνουμε / θα εξαρθρώσουμε | θα εξαρθρώνετε / θα εξαρθρώσετε | θα εξαρθρώνουν / θα εξαρθρώνουνε / θα εξαρθρώσουν / θα εξαρθρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαρθρώσει | έχεις εξαρθρώσει | έχει εξαρθρώσει | έχουμε εξαρθρώσει | έχετε εξαρθρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαρθρώσει | είχες εξαρθρώσει | είχε εξαρθρώσει | είχαμε εξαρθρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαρθρώσει / να εξαρθρώνω / να εξαρθρώσω | να έχεις εξαρθρώσει / να εξαρθρώνεις / να εξαρθρώσεις | να έχει εξαρθρώσει / να εξαρθρώνει / να εξαρθρώσει | να έχουμε εξαρθρώσει / να εξαρθρώνουμε / να εξαρθρώσουμε | να έχετε εξαρθρώσει / να εξαρθρώνετε / να εξαρθρώσετε | να εξαρθρώνουν / να εξαρθρώνουνε / να εξαρθρώσουν / να εξαρθρώσουνε |
| Προστακτική | — | εξάρθρωνε / εξάρθρωσε | — | — | εξαρθρώνετε / εξαρθρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →