εξαρτία
•
- ναυτικός όροςτο σύνολο των σκευών και εξαρτημάτων (ιστοί, κεραίες, σχοινιά, αλυσίδες) για τη στήριξη και τον χειρισμό των ιστίων ενός σκάφους ή το σύνολο των σκευών και μηχανημάτων (άγκυρες, βαρούλκα, αλυσίδες, γερανοί και πολύσπαστα των λέμβων, εργάτες κλπ.) που χρησιμοποιούνται για τις διάφορες εργασίες του πλοίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαρτία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξαρτία | εξαρτίες |
| Γενική | εξαρτίας | εξαρτιών |
| Αιτιατική | εξαρτία | εξαρτίες |
| Κλητική | εξαρτία | εξαρτίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →