εξαρτίζω
•
- ναυτικός όροςεξοπλίζω πλοίο, το εφοδιάζω με κατάλληλη εξάρτιση / εξαρτήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαρτίζω < ελληνιστική κοινή ἐξαρτίζω < ἐξ + ἀρτίζω < αρχαία ελληνική ἄρτιος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαρτίζω | εξαρτίζεις | εξαρτίζει | εξαρτίζουμε | εξαρτίζετε | εξαρτίζουν / εξαρτίζουνε |
| Παρατατικός | εξάρτιζα | εξάρτιζες | εξάρτιζε | εξαρτίζαμε | εξαρτίζατε | εξάρτιζαν / εξαρτίζαν / εξαρτίζανε |
| Αόριστος | εξάρτισα | εξάρτισες | εξάρτισε | εξαρτίσαμε | εξαρτίσατε | εξάρτισαν / εξαρτίσαν / εξαρτίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαρτίζω / θα εξαρτίσω | θα εξαρτίζεις / θα εξαρτίσεις | θα εξαρτίζει / θα εξαρτίσει | θα εξαρτίζουμε / θα εξαρτίσουμε | θα εξαρτίζετε / θα εξαρτίσετε | θα εξαρτίζουν / θα εξαρτίζουνε / θα εξαρτίσουν / θα εξαρτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαρτίσει | έχεις εξαρτίσει | έχει εξαρτίσει | έχουμε εξαρτίσει | έχετε εξαρτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαρτίσει | είχες εξαρτίσει | είχε εξαρτίσει | είχαμε εξαρτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαρτίσει / να εξαρτίζω / να εξαρτίσω | να έχεις εξαρτίσει / να εξαρτίζεις / να εξαρτίσεις | να έχει εξαρτίσει / να εξαρτίζει / να εξαρτίσει | να έχουμε εξαρτίσει / να εξαρτίζουμε / να εξαρτίσουμε | να έχετε εξαρτίσει / να εξαρτίζετε / να εξαρτίσετε | να εξαρτίζουν / να εξαρτίζουνε / να εξαρτίσουν / να εξαρτίσουνε |
| Προστακτική | — | εξάρτιζε / εξάρτισε | — | — | εξαρτίζετε / εξαρτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →