εξαρτητικός
•
- φαρμακευτικήπου έχει την ιδιότητα να δημιουργεί ή να ενισχύει σωματική ή ψυχική εξάρτηση σε όποιον το χρησιμοποιεί Βικιλεξικό
- ψυχολογίαπου σχετίζεται με παθολογική τάση υπερβολικής εξάρτησης από άλλους ανθρώπους και δυσκολία λήψης αυτόνομων αποφάσεων Βικιλεξικό
- γενικότεραπου χαρακτηρίζεται από έντονη ανάγκη στήριξης, καθοδήγησης ή προσκόλλησης σε άλλο πρόσωπο ή παράγοντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαρτητικός < εξαρτώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξαρτητικός | εξαρτητική | εξαρτητικό |
| Γενική | εξαρτητικού | εξαρτητικής | εξαρτητικού |
| Αιτιατική | εξαρτητικό | εξαρτητική | εξαρτητικό |
| Κλητική | εξαρτητικέ | εξαρτητική | εξαρτητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξαρτητικοί | εξαρτητικές | εξαρτητικά |
| Γενική | εξαρτητικών | εξαρτητικών | εξαρτητικών |
| Αιτιατική | εξαρτητικούς | εξαρτητικές | εξαρτητικά |
| Κλητική | εξαρτητικοί | εξαρτητικές | εξαρτητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →