Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαρτώμαι

ρήμα
•
  1. βρίσκομαι σε σχέση εξάρτησης από κάποιον άλλον Βικιλεξικό
  2. γραμματικήγια πρόταση ή όρο που συμπληρώνει το νόημα άλλης πρότασης ή όρου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαρτώμαι < παθητική φωνή του ρήματος εξαρτώ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξαρτώμαι——εξαρτώμεθαεξαρτάσθεεξαρτώνται
Παρατατικός—————εξαρτόνταν / εξαρτόντουσαν
Αόριστος—————εξαρτηθήκαν / εξαρτηθήκανε
Μέλλονταςθα εξαρτηθώ / θα εξαρτώμαιθα εξαρτηθείςθα εξαρτηθείθα εξαρτηθούμε / θα εξαρτώμεθαθα εξαρτάσθε / θα εξαρτηθείτεθα εξαρτηθούν / θα εξαρτηθούνε / θα εξαρτώνται
Παρακείμενοςέχω εξαρτηθείέχεις εξαρτηθείέχει εξαρτηθείέχουμε εξαρτηθείέχετε εξαρτηθεί—
Υπερσυντέλικοςείχα εξαρτηθείείχες εξαρτηθείείχε εξαρτηθείείχαμε εξαρτηθεί——
Υποτακτικήνα έχω εξαρτηθεί / να εξαρτηθώ / να εξαρτώμαινα έχεις εξαρτηθεί / να εξαρτηθείςνα έχει εξαρτηθεί / να εξαρτηθείνα έχουμε εξαρτηθεί / να εξαρτηθούμε / να εξαρτώμεθανα έχετε εξαρτηθεί / να εξαρτάσθε / να εξαρτηθείτενα εξαρτηθούν / να εξαρτηθούνε / να εξαρτώνται
Προστακτική—εξαρτήσου——εξαρτάσθε / εξαρτηθείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώτας—εξαρτάσαιεξαρτάταιεξαρτόμαστεεξαρτάστε—
Παρατατικόςεξαρτόμουνεξαρτόσουνεξαρτότανεξαρτόμαστανεξαρτόσασταν—
Αόριστοςεξαρτήθηκαεξαρτήθηκεςεξαρτήθηκεεξαρτηθήκαμεεξαρτηθήκατεεξαρτήθηκαν
Μέλλοντας—θα εξαρτάσαιθα εξαρτάταιθα εξαρτόμαστεθα εξαρτάστε—
Υποτακτική—να εξαρτάσαινα εξαρτάταινα εξαρτόμαστενα εξαρτάστε—
Προστακτική————εξαρτάστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →