εξασθενίζω
•
- κάνω κάτι πιο ασθενές, του μειώνω την ένταση ή την αποτελεσματικότητα Βικιλεξικό
- γίνομαι πιο ασθενής, χάνω την ένταση ή την αποτελεσματικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξασθενίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξασθενέω / ἐξασθενῶ < → δείτε τις λέξεις ἐξ και σθένος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξασθενίζω | εξασθενίζεις | εξασθενίζει | εξασθενίζουμε | εξασθενίζετε | εξασθενίζουν / εξασθενίζουνε |
| Παρατατικός | εξασθένιζα | εξασθένιζες | εξασθένιζε | εξασθενίζαμε | εξασθενίζατε | εξασθένιζαν / εξασθενίζαν / εξασθενίζανε |
| Αόριστος | εξασθένισα | εξασθένισες | εξασθένισε | εξασθενίσαμε | εξασθενίσατε | εξασθένισαν / εξασθενίσαν / εξασθενίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξασθενίζω / θα εξασθενίσω | θα εξασθενίζεις / θα εξασθενίσεις | θα εξασθενίζει / θα εξασθενίσει | θα εξασθενίζουμε / θα εξασθενίσουμε | θα εξασθενίζετε / θα εξασθενίσετε | θα εξασθενίζουν / θα εξασθενίζουνε / θα εξασθενίσουν / θα εξασθενίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξασθενίσει | έχεις εξασθενίσει | έχει εξασθενίσει | έχουμε εξασθενίσει | έχετε εξασθενίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξασθενίσει | είχες εξασθενίσει | είχε εξασθενίσει | είχαμε εξασθενίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξασθενίσει / να εξασθενίζω / να εξασθενίσω | να έχεις εξασθενίσει / να εξασθενίζεις / να εξασθενίσεις | να έχει εξασθενίσει / να εξασθενίζει / να εξασθενίσει | να έχουμε εξασθενίσει / να εξασθενίζουμε / να εξασθενίσουμε | να έχετε εξασθενίσει / να εξασθενίζετε / να εξασθενίσετε | να εξασθενίζουν / να εξασθενίζουνε / να εξασθενίσουν / να εξασθενίσουνε |
| Προστακτική | — | εξασθένιζε / εξασθένισε | — | — | εξασθενίζετε / εξασθενίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →