εξατμίζω
•
- κάνω ένα υγρό να ζεσταθεί και να μετατραπεί σε αέριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξατμίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξατμίζω | εξατμίζεις | εξατμίζει | εξατμίζουμε | εξατμίζετε | εξατμίζουν / εξατμίζουνε |
| Παρατατικός | εξάτμιζα | εξάτμιζες | εξάτμιζε | εξατμίζαμε | εξατμίζατε | εξάτμιζαν / εξατμίζαν / εξατμίζανε |
| Αόριστος | εξάτμισα | εξάτμισες | εξάτμισε | εξατμίσαμε | εξατμίσατε | εξάτμισαν / εξατμίσαν / εξατμίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξατμίζω / θα εξατμίσω | θα εξατμίζεις / θα εξατμίσεις | θα εξατμίζει / θα εξατμίσει | θα εξατμίζουμε / θα εξατμίσουμε | θα εξατμίζετε / θα εξατμίσετε | θα εξατμίζουν / θα εξατμίζουνε / θα εξατμίσουν / θα εξατμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξατμίσει | έχεις εξατμίσει | έχει εξατμίσει | έχουμε εξατμίσει | έχετε εξατμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξατμίσει | είχες εξατμίσει | είχε εξατμίσει | είχαμε εξατμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξατμίσει / να εξατμίζω / να εξατμίσω | να έχεις εξατμίσει / να εξατμίζεις / να εξατμίσεις | να έχει εξατμίσει / να εξατμίζει / να εξατμίσει | να έχουμε εξατμίσει / να εξατμίζουμε / να εξατμίσουμε | να έχετε εξατμίσει / να εξατμίζετε / να εξατμίσετε | να εξατμίζουν / να εξατμίζουνε / να εξατμίσουν / να εξατμίσουνε |
| Προστακτική | — | εξάτμιζε / εξάτμισε | — | — | εξατμίζετε / εξατμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →